Η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη του 1854, όπως τις καταγράφει ο Charles Rolland στο έργο του La Turquie contemporaine, δεν είναι οι πόλεις των εθνικών κρατών που γνωρίζουμε σήμερα. Είναι ένα μωσαϊκό από «έθνη» (millets) που συμβιώνουν κάτω από την ομπρέλα μιας αυτοκρατορίας σε μετάβαση. Ο Rolland, με τη ματιά του Γάλλου παρατηρητή, καταγράφει μια πραγματικότητα όπου η καθημερινότητα ορίζεται από τη γειτονιά, το επάγγελμα και έναν ιδιότυπο κώδικα τιμής του δρόμου.
Ι. Η Γεωγραφία της Καθημερινότητας: Τα Λαϊκά Καφενεία
Για τον Rolland, το καφενείο (café) δεν είναι ένας απλός χώρος αναψυχής, αλλά το «δημόσιο επιμελητήριο» του λαού. Σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά σαλόνια, εδώ η διαστρωμάτωση είναι οριζόντια.
1. Η Φυσική Κατάσταση της Υπερεθνικότητας
Ο Rolland εκπλήσσεται από τη φυσική συνύπαρξη. Το 1854, ο εθνικισμός ως ιδεολογία δεν έχει ακόμη διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα. Στα καφενεία του λιμανιού της Σμύρνης, η συνάντηση του Έλληνα, του Τούρκου και του Αρμενίου δεν είναι μια «πολιτική επιλογή», αλλά η οργανική κατάσταση της πόλης.
Ο Κοινός Κώδικας: Ο ναργιλές και ο καφές λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι. Ο Rolland παρατηρεί ότι η σιωπή των θαμώνων, που διακόπτεται μόνο από τον ήχο του νερού στον ναργιλέ,
δημιουργεί μια ατμόσφαιρα συλλογικής περισυλλογής.Ο Αμανές (L'Aman): Ο Rolland περιγράφει τον αμανέ ως μια «φωνητική ικεσία». Σημειώνει ότι οι λέξεις συχνά χάνονται ή αναμιγνύονται (ελληνικά, τουρκικά, ιταλικά), αλλά η συγκίνηση που παράγει ο τραγουδιστής είναι η ίδια για όλους. Δεν πρόκειται για «ψυχαγωγία» με τη δυτική έννοια, αλλά για μια κατάσταση έκστασης (keyf).
ΙΙ. Η Ορολογία του Περιθωρίου: Πέρα από τους Νόμους
Ο Rolland είναι εξαιρετικά προσεκτικός στην ονοματολογία των κοινωνικών ομάδων. Αποφεύγει τους γενικούς χαρακτηρισμούς και χρησιμοποιεί όρους που υποδηλώνουν την κοινωνική θέση.
1. Οι «Koulhan-bey» (Κιολχανμπέηδες)
Αποτελούν την πιο ενδιαφέρουσα ομάδα για τον Γάλλο περιηγητή. Τους περιγράφει ως τους «άρχοντες του δρόμου» που δεν ανήκουν σε καμία επίσημη συντεχνία.
Η Καταγωγή του Όρου: Εξηγεί ότι ο όρος προέρχεται από το koulhan (το λεβητοστάσιο του χαμάμ), όπου αυτά τα άτομα έβρισκαν καταφύγιο τη νύχτα.
Η Κοινωνική Στάση: Ο κιολχανμπέης του 1854 είναι ένας άνθρωπος που περιφρονεί τη σταθερή εργασία και την κρατική εξουσία. Ζει από περιστασιακές εργασίες στο λιμάνι ή από την «προστασία» που παρέχει σε καταστήματα και γυναίκες της νύχτας.
2. Οι «Mauvais Sujets» και οι «Ntaïs» (Νταήδες)
Εδώ ο Rolland διακρίνει μια ιεραρχία βίας. Ο νταής δεν είναι ένας κοινός εγκληματίας. Είναι ένας «ρυθμιστής» της γειτονιάς.
Ο Κώδικας Τιμής: Η βία που ασκούν έχει κανόνες. Μια προσβολή, μια ματιά ή μια αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους σε ένα καφενείο επιλύεται με το γιαταγάνι ή την κάμα.
Η Ενδυματολογία ως Δήλωση: Ο Rolland περιγράφει με λεπτομέρεια τη «στολή» τους:
Το φέσι τραβηγμένο στο πλάι, σχεδόν να καλύπτει το μάτι, ως δείγμα πρόκλησης.
Το σακάκι στον έναν ώμο (manche vide), που συμβολίζει ότι το χέρι του είναι πάντα ελεύθερο για το όπλο.
Τα παπούτσια με την πατημένη φτέρνα (babouches), που υποδηλώνουν έναν άνθρωπο που δεν «τρέχει» πίσω από τη ζωή, αλλά η ζωή υποτάσσεται στον δικό του ρυθμό.
ΙΙΙ. Το Ηχητικό Τοπίο: Ούτι, Βιολί και Κανονάκι
Η μουσική που ακούει ο Rolland στα καφέ-αμάν της Σμύρνης είναι η Λαϊκή Αστική Μουσική της Ανατολής. Δεν είναι μια μουσική των αγρών, αλλά των λιμανιών.
Η Ορχήστρα (Ince Saz): Οι ορχήστρες που καταγράφει αποτελούνται από επαγγελματίες μουσικούς. Το βιολί (violon) παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ το ούτι (oud) και το κανονάκι (kanun) παρέχουν το αρμονικό και ρυθμικό υπόβαθρο.
Η Αργκό των Λιμανιών: Ο Rolland σημειώνει ότι οι στίχοι των τραγουδιών χρησιμοποιούν μια γλώσσα «νόθα», ένα κράμα από μεσογειακές διαλέκτους. Αυτό το ιδίωμα επιτρέπει στους ανθρώπους του υποκόσμου (ναύτες, λαθρέμπορους, κιολχανμπέηδες) να επικοινωνούν πέρα από τα στεγανά των επίσημων γλωσσών της Αυτοκρατορίας.
IV. Οι Tulumbaci: Οι Κυρίαρχοι της Φωτιάς
Μια από τις πιο σκοτεινές αλλά αυθεντικές περιγραφές του Rolland αφορά τους πυροσβέστες της Κωνσταντινούπολης. Τους παρουσιάζει ως την επιτομή της «οργανωμένης αταξίας».
Η Σωματική Ρώμη: Τρέχουν ημίγυμνοι μέσα στις συνοικίες, μεταφέροντας τις χειροκίνητες αντλίες (tulumbar).
Η Διαπραγμάτευση: Ο Rolland περιγράφει σοκαρισμένος πώς οι Tulumbaci σταματούν μπροστά στο φλεγόμενο σπίτι και διαπραγματεύονται την αμοιβή τους με τον ιδιοκτήτη. Αν η τιμή δεν συμφωνηθεί, αφήνουν το κτίριο να καεί. Είναι μια ομάδα που ισορροπεί ανάμεσα στον ηρωισμό και το πλιάτσικο.
V. Η Γαλλική Ματιά: Οριενταλισμός και Καταγραφή
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Rolland γράφει για ένα γαλλικό κοινό που διψά για το εξωτικό. Ωστόσο, η αξία του έγκειται στο ότι δεν ωραιοποιεί την κατάσταση.
Η Βία: Καταγράφει τη βία ως δομικό στοιχείο της κοινωνίας. Η «κάμα» στη μέση δεν είναι αξεσουάρ, είναι απαραίτητο εργαλείο επιβίωσης.
Η Γυναίκα: Αναφέρεται στις τραγουδίστριες και τις χορεύτριες των καφενείων με έναν συνδυασμό θαυμασμού και ηθικής απόστασης. Τις βλέπει ως «αιχμάλωτες» αυτού του κόσμου, που όμως απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία των νταήδων.
Επίλογος: Η Σμύρνη ως «Πόλη των Παθών»
Ο Rolland καταλήγει ότι η Σμύρνη του 1854 είναι μια πόλη που ζει τη νύχτα. Όταν τα φώτα της αγοράς σβήνουν, αναδύεται ένας κόσμος που διέπεται από το πάθος, τη μελαγχολία του αμανέ και τον κώδικα της τιμής. Αυτή η «μαγιά», όπως την ονομάζουμε σήμερα, ήταν για τον Rolland η ζωντανή απόδειξη μιας αυτοκρατορίας που, παρά τη σήψη της, διατηρούσε μια εκρηκτική κοινωνική ενέργεια στις λαϊκές της γειτονιέΟ Ρολέν κάνει μια εξαιρετική αντίθεση ανάμεσα στις δύο πόλεις, παρουσιάζοντας τον Γαλατά ως την «καρδιά του σκότους» και την Προκυμαία της Σμύρνης ως την «βιτρίνα της απόλαυσης».
- Η Ατμόσφαιρα: Τον περιγράφει ως έναν λαβύρινθο από σκοτεινά, ανηφορικά σοκάκια όπου κυριαρχεί η μυρωδιά της πίσσας και του καπνού.
- Οι Άνθρωποι: Εκεί εστιάζει στους κιολχανμπέηδες και τους ναύτες. Ο Γαλατάς είναι «άγριος». Οι συμπλοκές είναι καθημερινές και ο νόμος της αστυνομίας σταματά εκεί που αρχίζει ο νόμος του μαχαιριού.
- Το Καφενείο: Τα καφενεία του Γαλατά είναι «καταφύγια». Οι άνθρωποι κρύβονται εκεί για να αποφύγουν τις αρχές ή για να σχεδιάσουν την επόμενη κίνηση του υποκόσμου.
- Η Ατμόσφαιρα: Η Προκυμαία (Quai) είναι ένας χώρος επίδειξης. Εκεί η ζωή γίνεται «έξω», μπροστά στη θάλασσα. Είναι ο τόπος του φλερτ, της μόδας και της δημόσιας διασκέδασης.
- Οι Άνθρωποι: Ενώ στον Γαλατά οι εθνότητες συνεργάζονται στο έγκλημα, στη Σμύρνη συνεργάζονται στην απόλαυση. Οι Λεβαντίνοι, οι Έλληνες και οι Τούρκοι μοιράζονται τον ίδιο αέρα, τα ίδια τραπέζια και τις ίδιες μουσικές.
- Τα Καφέ-Αμάν: Στη Σμύρνη, ο αμανέας δεν είναι κρυμμένος σε ένα υπόγειο· είναι η μουσική που πλημμυρίζει την προκυμαία, προσκαλώντας τον κόσμο να συμμετάσχει σε ένα συλλογικό γλέντι.
- Στην Πόλη (Γαλατάς/Πέρα): Περιγράφει τα Χάνια ως σκοτεινά, πέτρινα οχυρά που φιλοξενούσαν εμπόρους από όλη την Ασία. Αντίθετα, στο Πέρα σημειώνει την εμφάνιση των πρώτων «ευρωπαϊκών» ξενοδοχείων, τα οποία όμως θεωρούσε πανάκριβα και συχνά κατώτερα των προσδοκιών ενός Γάλλου.
- Στη Σμύρνη: Τα πανδοχεία της Σμύρνης του φάνηκαν πιο «ανοιχτά» και φιλόξενα. Σημειώνει ότι οι Σμυρνιοί είχαν την τάση να ανοίγουν τα σπίτια τους στους ξένους (φιλοξενία), ενώ στην Πόλη η διαμονή ήταν μια καθαρά εμπορική και απρόσωπη συναλλαγή.
- Οι Μόνιμοι Κάτοικοι: Ο Ρολέν παρατηρεί ότι οι Ευρωπαίοι της Σμύρνης είχαν γίνει «περισσότερο Ανατολίτες από τους Ανατολίτες». Είχαν υιοθετήσει τη ραστώνη, το ναργιλέ και τις τοπικές συνήθειες, διατηρώντας μόνο την ευρωπαϊκή τους αμφίεση.
- Οι Τυχοδιώκτες: Στον Γαλατά, αντίθετα, συνάντησε Ευρωπαίους που είχαν ξεπέσει: πρώην αξιωματικούς, λιποτάκτες και εμπόρους που προσπαθούσαν να πλουτίσουν γρήγορα από τον πόλεμο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα επικίνδυνης «ζούγκλας».
- Η Ακρίβεια της Πόλης: Ο Ρολέν γκρινιάζει συχνά για τις τιμές στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Αναφέρει ότι για ένα απλό γεύμα ή για τη μεταφορά με μια βάρκα (καΐκι) στον Κεράτιο, οι τιμές ήταν εξωφρενικές για τον ξένο περιηγητή.
- Η Αφθονία της Σμύρνης: Τη Σμύρνη την περιγράφει ως τη χώρα της επαγγελίας. Το φαγητό ήταν άφθονο, τα φρούτα (σύκα, σταφύλια) σχεδόν δωρεάν και η ζωή πολύ πιο οικονομική και ποιοτική.
- Η Σμυρνιά: Είναι η «βασίλισσα» του βιβλίου του. Την περιγράφει ως το τέλειο μείγμα ανατολίτικης γοητείας και ευρωπαϊκής κομψότητας. Εντυπωσιάζεται από την ελευθερία τους να κυκλοφορούν, να φλερτάρουν και να συμμετέχουν στα γλέντια, κάτι που δεν έβλεπε στις Μουσουλμάνες της Πόλης.
- Η Γαλλίδα της Ανατολής: Σημειώνει με ειρωνεία ότι οι Γαλλίδες που ζούσαν εκεί προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κρατήσουν τη μόδα του Παρισιού, αλλά συχνά κατέληγαν να φαίνονται εκτός τόπου και χρόνου μέσα στη σκόνη και τη ζέστη της Ανατολής.
.jpeg)



.jpeg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου