Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η μουσική Ευρώπη άρχισε να δονείται από μια νέα, ορμητική ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, καθώς οι λαοί αναζητούσαν τη δική τους ξεχωριστή φωνή μακριά από την κυριαρχία της γερμανικής, ιταλικής και γαλλικής παράδοσης. Η εμφάνιση των Εθνικών Σχολών δεν ήταν απλώς ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά μια βαθιά πολιτιστική και συχνά πολιτική επανάσταση. Οι συνθέτες
έστρεψαν το βλέμμα τους προς τις ρίζες τους, στα χωριά, στα δημοτικά τραγούδια, στους λαϊκούς χορούς και στους αρχαίους θρύλους της πατρίδας τους, πιστεύοντας ότι η αληθινή τέχνη πρέπει να αναβλύζει από το πνεύμα του λαού. Αυτή η στροφή εμπλούτισε τη λόγια μουσική με νέους ρυθμούς, ασυνήθιστες κλίμακες και ηχοχρώματα που έμοιαζαν εξωτικά και άγρια στα αυτιά των ακαδημαϊκών της Βιέννης ή του Παρισιού.Στη Ρωσία, αυτή η κίνηση απέκτησε τη δική της μυθική διάσταση μέσα από την «Ομάδα των Πέντε». Συνθέτες όπως ο MODEST MUSSORGSKY, ο NIKOLAY RIMSKY-KORSAKOV και ο ALEXANDER BORODIN απέρριψαν τις δυτικές συμβάσεις και επιδίωξαν να δημιουργήσουν μια μουσική που να μυρίζει ρωσικό χώμα. Ο MUSSORGSKY, στο έργο του «Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό» ή στις όπερές του, χρησιμοποίησε τη μουσική για να ζωγραφίσει την ωμή πραγματικότητα και τον μυστικισμό της ρωσικής ψυχής, ενώ ο RIMSKY-KORSAKOV με τη «Σεχεραζάντ» ανέδειξε τον ορχηστρικό πλούτο και τα παραμυθένια στοιχεία της Ανατολής. Παράλληλα, ο PYOTR ILYICH TCHAIKOVSKY, αν και πιο κοντά στα δυτικά πρότυπα, κατάφερε να ποτίσει τα μπαλέτα και τις συμφωνίες του με μια μελαγχολία και έναν λυρισμό που είναι βαθιά και αναγνωρίσιμα ρωσικός.
Την ίδια στιγμή, στην Κεντρική Ευρώπη, η Τσεχία έδινε τη δική της απάντηση μέσα από το έργο του BEDŘICH SMETANA και του ANTONÍN DVOŘÁK. Ο SMETANA, με το μνημειώδες συμφωνικό ποίημα «Η Πατρίδα μου», περιέγραψε τη ροή του ποταμού Μολδάβα και τα τοπία της Βοημίας, μετατρέποντας τη φύση σε εθνικό σύμβολο. Ο DVOŘÁK, από την άλλη, κατάφερε να ενσωματώσει τους ρυθμούς των σλαβικών χορών στις κλασικές φόρμες της συμφωνίας και της μουσικής δωματίου με τέτοια μαστοριά, που η μουσική του έγινε παγκόσμια αγαπητή χωρίς να χάσει ποτέ την τοπική της ταυτότητα. Η επιρροή του ήταν τόσο μεγάλη που, όταν αργότερα βρέθηκε στην Αμερική, προέτρεψε τους εκεί συνθέτες να αναζητήσουν τη δική τους εθνική φωνή στη μουσική των ιθαγενών και των αφροαμερικανών, δείχνοντας ότι ο εθνικισμός στη μουσική είναι ένας δρόμος προς την αυθεντικότητα.
Στον παγωμένο Βορρά, η Σκανδιναβία βρήκε τον δικό της «τροβαδούρο» στο πρόσωπο του EDVARD GRIEG. Η μουσική του για το έργο «Πέερ Γκυντ» και οι λυρικοί του κομματιασμοί για πιάνο μετέφεραν τον απόηχο των νορβηγικών φιόρδ και των λαϊκών μύθων για ξωτικά και τ troll. Ο GRIEG δεν επιδίωκε το μεγαλειώδες, αλλά το ειλικρινές, και η ικανότητά του να συλλαμβάνει το φως και την ατμόσφαιρα του βορρά τον κατέστησε έναν από τους πιο αγαπητούς εκπροσώπους των Εθνικών Σχολών. Στη Φινλανδία, ο JEAN SIBELIUS χρησιμοποίησε τη μουσική του ως μέσο εθνικής αντίστασης. Το συμφωνικό του ποίημα «Φινλανδία» έγινε ο ανεπίσημος ύμνος μιας χώρας που πάλευε για την ανεξαρτησία της, αποδεικνύοντας ότι ένας συνθέτης μπορεί να γίνει η φωνή ενός ολόκληρου έθνους σε στιγμές ιστορικής κρίσης.
Οι Εθνικές Σχολές δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτές τις χώρες, αλλά εξαπλώθηκαν στην Ισπανία με τον ISAAC ALBÉNIZ και τον MANUEL DE FALLA, στην Ουγγαρία με τον BÉLA BARTÓK και αργότερα στην Ελλάδα με την Εθνική Σχολή του ΜΑΝΩΛΗ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ. Η κληρονομιά αυτής της περιόδου είναι ανεκτίμητη, καθώς έσωσε από τη λήθη αμέτρητους θησαυρούς της λαϊκής παράδοσης και απέδειξε ότι η λόγια μουσική δεν είναι μια αποστειρωμένη γλώσσα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που τρέφεται από την ιστορία και τα βιώματα κάθε λαού. Μέσα από τις Εθνικές Σχολές, η παγκόσμια μουσική σκηνή μετατράπηκε σε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, όπου η διαφορετικότητα δεν ήταν πλέον εμπόδιο, αλλά η μεγαλύτερη πηγή πλούτου και έμπνευσης, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις τολμηρές αναζητήσεις του 20ου αιώνα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου