Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2006

Η Μελωδία του Τέλους

 

Η Μελωδία του Τέλους: Gloomy Sunday, το «Καταραμένο» Τραγούδι της Αυτοκτονίας

Υπάρχουν τραγούδια που σε κάνουν να χορεύεις, τραγούδια που σου θυμίζουν τα καλοκαίρια της νιότης σου, και τραγούδια που σου σφίγγουν την καρδιά. Κι ύστερα, υπάρχει το Gloomy Sunday.

Γνωστό στη μουσική ιστορία ως «Το Ουγγρικό Τραγούδι της Αυτοκτονίας», αυτό το κομμάτι δεν είναι απλώς μια θλιμμένη σύνθεση. Είναι ένας θρύλος τυλιγμένος στην ομίχλη, μια μελωδία που συνδέθηκε όσο καμία άλλη με τον θάνατο, την απόγνωση και το ανεξίτηλο σημάδι της απώλειας.

Αν συλλέγεις ιστορίες για τα τραγούδια του θανάτου ανά τον κόσμο, το Gloomy Sunday οφείλει να έχει την πρώτη, περίοπτη θέση στο ημερολόγιό σου.

1. Το Ιστορικό Background: Γεννημένο στην Καταχνιά του Μεσοπολέμου

Η ιστορία μας ξεκινά στο Παρίσι του 1933. Ο Rezső Seress, ένας αυτοδίδακτος Ούγγρος πιανίστας που πάλευε να επιβιώσει παίζοντας σε φθηνά εστιατόρια, συνέθεσε μια μελωδία γεμάτη μελαγχολία. Αρχικά, ο τίτλος του κομματιού ήταν Vége a viláognκ («Το Τέλος του Κόσμου») και εξέφραζε την απόγνωση για τον πόλεμο και την οικονομική εξαθλίωση της εποχής.

Λίγο αργότερα, ο ποιητής László Jávor έγραψε νέους στίχους πάνω στη μελωδία, μετονομάζοντάς τη σε Szomorú Vasárnap (Σκοτεινή Κυριακή). Αυτή η νέα εκδοχή άλλαξε το θεματικό κέντρο: δεν επρόκειτο πια για το τέλος του κόσμου, αλλά για το τέλος μιας αγάπης. Για έναν εραστή που θρηνεί τη χαμένη του αγαπημένη και σχεδιάζει να ταξιδέψει στον κόσμο των νεκρών για να τη συναντήσει.

Ο Θρύλος της Κατάρας

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο τύπος της εποχής άρχισε να καταγράφει περίεργα περιστατικά. Στην Ουγγαρία και αργότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, δεκάδες αυτοκτονίες συνδέθηκαν με το τραγούδι:

  • Νέοι άνθρωποι βρέθηκαν νεκροί στα δωμάτιά τους, με την παρτιτούρα του Gloomy Sunday ανοιχτή στο πιάνο.

  • Άνθρωποι αυτοκτονούσαν σε νυχτερινά κέντρα την ώρα που η ορχήστρα έπαιζε τη μελωδία.

  • Αυτόχειρες βρέθηκαν στον ποταμό Δούναβη κρατώντας το σημείωμα με τους στίχους του τραγουδιού.

Ο αριθμός των θυμάτων που αποδόθηκαν στη «μαγεία» της μελωδίας ξεπέρασε, σύμφωνα με τους αστικούς θρύλους, τα 100 άτομα. Η κατάσταση πήρε τέτοιες διαστάσεις που το BBC απαγόρευσε τη μετάδοση της ορχηστρικής εκδοχής του τραγουδιού (και αργότερα της φωνητικής), θεωρώντας ότι κατέστρεφε το ηθικό του κοινού ενόψει του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η απαγόρευση αυτή ήρθη επίσημα μόλις το 2002!

Η τραγική ειρωνεία γράφτηκε το 1968: Ο ίδιος ο συνθέτης, Rezső Seress, καταβεβλημένος από την κατάθλιψη και τη βάσανο της φήμης του «καταραμένου τραγουδοποιού», πήδηξε από το παράθυρο του διαμερίσματός του στη Βουδαπέστη, βάζοντας τέλος στη ζωή του.

2. Το Παραμύθι: «Ο Μουσικός και η Σκοτεινή Κυριακή»

(Μια μικρή αφήγηση )

Κάποτε, σε μια γκρίζα πόλη της Κεντρικής Ευρώπης, εκεί που ο χειμώνας δεν έλεγε να φύγει ποτέ, ζούσε ένας φτωχός μουσικός με μια ραγισμένη καρδιά. Η αγαπημένη του είχε χαθεί για πάντα στο πέρασμα του χρόνου, αφήνοντάς τον μόνο σε ένα σκοτεινό δωμάτιο γεμάτο σκιές και παλιές αναμνήσεις.

Μια Κυριακή, καθώς η βροχή χτυπούσε τα τζάμια σαν ανήσυχο πνεύμα, ο μουσικός κάθισε στο πιάνο του. Άρχισε να αγγίζει τα ελεφαντόδοντα πλήκτρα, συνθέτοντας μια μελωδία τόσο βαριά και θλιμμένη, που ο άνεμος έξω σταμάτησε να σφυρίζει για να ακούσει. Τραγούδησε για λευκά τριαντάφυλλα που δεν ανθίζουν πια, για μαύρες νεκροφόρες και για μια αγάπη που αρνιόταν να πεθάνει στον αληθινό κόσμο.

Λένε πως η μελωδία αυτή δεν έμεινε στους τοίχους του δωματίου του. Ταξίδεψε σαν ψίθυρος στις στέγες της πόλης, πέρασε μέσα από τις κλειδαρότρυπες και φώλιασε στις καρδιές των απελπισμένων. Όποιος την άκουγε, ένιωθε μια αβάσταχτη νοσταλγία για τον κόσμο των πνευμάτων—λες και η ίδια η μουσική δεν ήταν φτιαγμένη από νότες, αλλά από μια γλυκιά, ακατανίκητη πρόσκληση να περάσει κανείς στην απέναντι όχθη...

3. Η Ανατομία των Στίχων: Ο Θρήνος και η Απόδραση

Η θεματική του Gloomy Sunday δεν είναι ο απλός πόνος ενός χωρισμού. Είναι η άρνηση της πραγματικότητας και η αποδοχή του θανάτου ως μόνης λύσης επανένωσης.

Στην πιο διάσημη αγγλική προσαρμογή (από τον Sam M. Lewis), ο πρωταγωνιστής περιγράφει την Κυριακή όχι ως μέρα ξεκούρασης, αλλά ως μια ατελείωτη δοκιμασία:

Sunday is gloomy, my hours are slumberless

Dearest, the shadows I live with are numberless

Little white flowers will never awaken you

Not where the black coach of sorrow has taken you...

Η εικόνα του «μαύρου αμαξιού της θλίψης» (η νεκροφόρα) και τα «λευκά λουλούδια» παραπέμπουν απευθείας σε κηδεία. Στο δεύτερο μέρος του τραγουδιού, ο σπαραγμός κορυφώνεται:

Angels have no thought of ever returning you

Would they be angry if I thought of joining you?

Gloomy Sunday...

Εδώ τίθεται το κεντρικό ερώτημα: «Θα θύμωναν οι άγγελοι αν ερχόμουν να σε βρω;» Ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται με φόβο, αλλά ως ένα λυτρωτικό ταξίδι προς την αγκαλιά του χαμένου έρωτα.

4. Οι Φωνές που Σημάδεψαν το Τραγούδι

Αν και το κομμάτι ξεκίνησε ως μια ουγγρική μπαλάντα, πέρασε τα σύνορα και επανεκτελέστηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες, παίρνοντας κάθε φορά διαφορετική συναισθηματική χροιά.

  • Pál Kalmár (1935): Η αυθεντική, κλασική ουγγρική ερμηνεία. Η φωνή του Kalmár, συνοδευόμενη από ένα βαρύ βιολί, μεταφέρει την ατμόσφαιρα των καφενείων της Κεντρικής Ευρώπης του Μεσοπολέμου.

  • Billie Holiday (1941): Η εκτέλεση-σταθμός. Η Holiday έδωσε στο τραγούδι μια τζαζ, θεατρική, αλλά παράλληλα βαθιά ανθρώπινη υπόσταση. Για να αποφευχθεί η λογοκρισία, η αμερικανική εκδοχή προσέθεσε έναν τρίτο στίχο στο τέλος, υπονοώντας ότι όλα ήταν απλώς ένα κακό όνειρο.

  • Sinéad O'Connor (1992): Στο άλμπουμ της Am I Not Your Girl?, η O'Connor παραδίδει μια από τις πιο σπαρακτικές ερμηνείες της ιστορίας. Η φωνή της, γυμνή και εύθραυστη, αποτυπώνει την απόλυτη μοναξιά.

  • Björk: Η Ισλανδή καλλιτέχνιδα έχει ερμηνεύσει το κομμάτι ζωντανά, προσθέτοντας μια απόκοσμη, σχεδόν τελετουργική διάσταση που ταιριάζει απόλυτα στον μύθο του.

  • Marianne Faithfull (1998): Με τη βραχνή, ταλαιπωρημένη από τον χρόνο φωνή της, η Faithfull τραγουδά το Gloomy Sunday σαν μια γυναίκα που έχει κοιτάξει τον θάνατο στα μάτια πολλές φορές.

Γιατί μας Γοητεύουν τα Τραγούδια του Θανάτου;

Το Gloomy Sunday δεν έγινε διάσημο επειδή ήταν «καταραμένο». Έγινε διάσημο επειδή άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης: την ανάγκη μας να δώσουμε μορφή και μελωδία στον πιο ανεξέλεγκτο φόβο μας, τον θάνατο.

Σε κάθε πολιτισμό, από τα μοιρολόγια της ελληνικής Μάνης μέχρι τα Corridos de Muerte του Μεξικού, η μουσική υπήρξε ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών. Το Gloomy Sunday παραμένει το πιο λαμπρό (και ταυτόχρονα σκοτεινό) παράδειγμα αυτής της πανανθρώπινης ανάγκης: Gloomy Sunday, το «Καταραμένο» Τραγούδι της Αυτοκτονίας


Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2006

Κόρη με τα ξανθά μαλλιά»

 Το τραγούδι «Κόρη με τα ξανθά μαλλιά» αποτελεί ιδανικό πεδίο μελέτης για το πώς η ίδια μελωδική μαγιά μετασχηματίζεται υφολογικά και αισθητικά ανάλογα με το γεωγραφικό και

ιδιωματικό περιβάλλον.


1. Ηπειρώτικη Εκδοχή (Κόνιτσα / Πωγώνι / Μαστοροχώρια)

  • Τονικότητα & Κλίμακες: Στηρίζεται αυστηρά στις ανηδονικές πεντατονικές ή εναρμόνιες διατονικές κλίμακες της περιοχής. Η μελωδική γραμμή αναπνέει με μικρά διαστήματα, χωρίς απότομα άλματα.

  • Ρυθμική Δομή: Αποδίδεται συχνά ως «σκάρισμα» ή αργή πατινάδα/περατζάδα. Ο ρυθμός είναι ελεύθερος, ελαστικός (rubato) ή σε αργό δίσημο μέτρο ($2/4$), όπου το ντέφι

«Κόρη με τα ξανθά μαλλιά»

 

Το τραγούδι «Κόρη με τα ξανθά μαλλιά» (γνωστό επίσης και ως «Κατέβα Λέγκω μ' κι άνοιξε») είναι ένα από τα πιο τρυφερά, παλιά παραδοσιακά τραγούδια της αγάπης, με μεγάλη εξάπλωση τόσο στην Ήπειρο (Κόνιτσα, Μαστοροχώρια, Πωγώνι) όσο και στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία (Νάουσα, Βελβεντό, Γαλατινή, Εράτυρα).Είναι ένα χαρακτηριστικό παινεματικό τραγούδι της αγάπης, που παλιότερα τραγουδιόταν σε περατζάδες, σε καντάδες/πατινάδες κάτω από τα παραθύρια και στους αρραβώνες. Οι στίχοι του εξυμνούν την ομορφιά της κόρης και εκφράζουν το παράπονο και τον πόθο του ερωτευμένου που ζητά να του ανοίξει την πόρτα για να της μιλήσει. Οι τυπικοί στίχοι του τραγουδιού: Κόρη με τα ξανθά μαλλιά και με τα μαύρα φρύδια (ή μάτια), κατέβα, Λέγκω μου, κι άνοιξε την πόρτα την καρένια (καρυδένια)... Έχω δυο λόγια να σου πω και δυο να σε ρωτήσω, γλυκιά μου Λέγκω, πες μου το αν είναι να σε πάρω. Μουσικά & Ύφος Στην περιοχή της Κόνιτσας και των Μαστοροχωρίων, αποδίδεται συνήθως με την ντόπια κομπανία (κλαρίνο, βιολί, λαούτο, ντέφι) σε στρωτό, αργό ή μέτριο ρυθμό.Στη Μακεδονία (π.χ. στη Νάουσα ή την Κοζάνη), απαντάται συχνά σε ρυθμό πατινάδας ή συρτού.